Όταν ήμουν πιτσιρικάς συνήθιζα να ακολουθώ τον παππού μου στο καφενείο. Απολάμβανα τις πολιτικές συζητήσεις της παρέας του παππού από μικρό παιδί, ειδικά αυτές που περιελάμβαναν πασοκικές ιστορίες από την δική τους νεανική ηλικία. Θυμάμαι να αναρωτιέμαι τι συνάρπαζε τους νέους τότε και άφηναν πίσω δουλειές, υποχρεώσεις και οικογένειες για να πάνε να βάψουν τοίχους, να φωνάξουν συνθήματα, να ακούσουν πολιτικές ομιλίες. Μετά από χρόνια κατάλαβα ότι η
κινητήριος δύναμη τους ήταν η πίστη τους ότι η πολιτική μπορεί να καλυτερέψει τις ζωές τους. Ας το κρατήσουμε αυτό.
Είμαι 31 ετών. Η δική μας γενιά, η δική μου γενιά μεγάλωσε σε ένα διαφορετικό, μάλλον καλύτερο πλαίσιο από τις προηγούμενες. Σε μια χώρα που άνθιζε, ευημερούσε και επέτρεπε στον καθένα και την καθεμιά να προχωρά στη ζωή με αξιοπρέπεια, να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα. Αυτό άρχισε να αλλάζει με την έναρξη της οικονομικής κρίσης. Μας ονόμασαν αρχικά γενιά των 700 ευρώ. Έπειτα ήρθε το μνημόνιο και χαρακτηριστήκαμε γενιά του brain drain. Ακολούθησε το σύνθημα γενιά των 500 ευρώ για να φτάσουμε τελικά στο δραματικό χαρακτηρισμό της πρώτης γενιάς που θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη. Όλοι οι παραπάνω χαρακτηρισμοί έχουν ένα κοινό: αποδόθηκαν σε μια γενιά που δεν ζητήθηκε ποτέ η άποψη της.
Τα τελευταία χρόνια εύκολα κανείς διαπιστώνει την απαξίωση της πολιτικής από την πλειοψηφία της νεολαίας, και της κοινωνίας γενικότερα. Τα συνεχή σκάνδαλα, η διάψευση των ονείρων και των προσδοκιών, ο ξύλινος λόγος, τα συνεχή εκβιαστικά διλήμματα και κυρίως η έλλειψη οράματος αποτελούν κάποιους από τους παράγοντες που η σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την νεολαία ράγισε βαθιά, διαμόρφωσε μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών. Σήμερα, μετά από μια πολυετή οικονομική κρίση, μια πανδημία και εν μέσω μιας αναμφισβήτητης περιβαλλοντικής ασύμμετρης κρίσης όλα είναι αμφισβητήσιμα, όλα αλλάζουν, όλα κλονίζονται, όλα μετασχηματίζονται.
Υπάρχουν δύο βασικές επιλογές αντιμετώπισης των αλλαγών που έρχονται: Να τις παρακολουθήσουμε να έρχονται μένοντας άπραγοι και να επέμβουμε όταν φανερωθεί η επίδραση τους, με αμφίβολα αποτελέσματα, ή να τις αντιμετωπίσουμε χωρίς φόβο, να τις ερμηνεύσουμε από ιδεολογική ματιά, να τις ελέγξουμε και τελικά να τις υπερβούμε.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αποφάσισα να είμαι υποψήφιος Ευρωβουλευτής στις επερχόμενες ευρωεκλογές με το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, το κόμμα μας, την μεγάλη Δημοκρατική Παράταξη. Και δεν θα μπορούσα να είμαι περισσότερο περήφανος γι’ αυτό. Σήμερα, ξεκινά ένα καινούριο ταξίδι, συλλογικό, πολιτικό, ζωντανό, ελπιδοφόρο. Ένα ταξίδι που έχει στόχο να πει κάποια πράγματα διαφορετικά, να ανοίξει νέες συζητήσεις, να συνθέσει και να πολλαπλασιάσει.
“Γιατί επιλέγεις να είσαι υποψήφιος Ευρωβουλευτής με το ΠΑΣΟΚ;” θα ρωτήσει εύλογα κάποιο άτομο, “γιατί να σε ψηφίσω;” θα ρωτήσει κάποιο άλλο.
Γιατί δεν πιστεύω ότι στη γενιά μου αξίζει να μένει θεατής, γιατί δεν αρκεί μόνο η γκρίνια και η διαμαρτυρία, είναι ζητούμενο η συμμετοχή και η συνδιαμόρφωση. Γιατί θέλω να ακουστούν οι ανάγκες μας, με το στυλ μας, με τη γλώσσα μας. Γιατί δεν μ’ αρέσει να λέω εκ των υστέρων «κρίμα άλλη μια ευκαιρία χαμένη» για την παράταξη και την κοινωνία. Γιατί δεν θέλω να μείνει κανένας και καμία πίσω. Γιατί δεν τα λύνει όλα η αγορά και δεν πιστεύω ότι φταίει όποιος είναι εκτός εργασίας ή όποιος δεν τα βγάζει πέρα, δεν γεννηθήκαμε όσοι ίσοι. Γιατί, δεν μπορώ να μην εξεγερθώ όταν ακούω «ή κράτος δικαίου ή ασφάλεια», γιατί δεν μπορώ να μένω θεατής στο στεγαστικό πρόβλημα, το δικό μου και των φίλων μου, σε μία ζωή που γίνεται όλο και πιο ακριβή. Γιατί κουράστηκα το σύστημα να μας θεωρεί δεδομένους. Γιατί δεν μπορώ να βλέπω τη χώρα μου ουραγό σε κάθε έκθεση για το κράτους δικαίου, σε κάθε δείκτη ελευθερίας και τους πολίτες της περιθωριοποιημένους σε μια δυστοπία χωρίς διέξοδο. Γιατί δεν είναι η απογοήτευση που σπρώχνει την Ευρώπη στα ακροδεξιά αλλά εκείνοι που την κυβερνούν χωρίς να αντιλαμβάνονται τα θέλω μας, χωρίς να ακούν τα αιτήματα μας. Γιατί δεν είμαι στο ΠΑΣΟΚ ούτε από ανάγκη ούτε από συμφέρον ούτε από συνήθεια, αλλά από επιλογή, ιδεολογική και αξιακή. Γιατί δεν βλέπω την πολιτική ως χαμένη υπόθεση, γιατί θέλω να δείξω ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν αλλιώς, με συνέπεια, δουλειά και προσπάθεια.
Ξεκινάμε λοιπόν. Θα τολμήσουμε, θα αμφισβητήσουμε, θα χτίσουμε γέφυρες αλλά θα συγκρουστούμε όπου χρειαστεί. Γιατί στο τέλος της ημέρας αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να πιστέψουμε ξανά ότι η πολιτική μπορεί να βελτιώσει τις ζωές μας, ότι η πολιτική είναι λειτούργημα και όχι πεδίο διευθετήσεων, ότι η πολιτική είναι κομμάτι της λύσης και όχι πρόβλημα. Και είναι η στάση ζωής μας που καθορίζει το πολιτικό μας περιεχόμενο και στόχο, και όχι το αντίθετο.
Δεν είναι η Ευρώπη έτσι όπως τη θέλουμε αλλά στο χέρι μας είναι να γίνει. Όμως δεν θα αλλάξει αν στις 9 Ιουνίου δεν το πάρουμε εμείς απόφαση. Γιατί πρέπει επιτέλους να πιστέψουμε πως τα όνειρα μας είναι πιο δυνατά από τις αναμνήσεις μας, όπως μας έλεγε μια ωραία ψυχή, γιατί πρέπει να πιστέψουμε ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.
Η ευθύνη μεγάλη, η πρόκληση ακόμη μεγαλύτερη. Θα προσπαθήσω στο μέγιστο βαθμό να φανώ αντάξιος των προσδοκιών. Αυτό επιτάσσει η παράταξη που τόσο αγαπάμε, η αλλαγή παραδείγματος που θέλουμε να κάνουμε πράξη.
Όχι άλλο θεατές. Ήρθε η ώρα να γίνουμε πρωταγωνιστές. Μπορούμε. Πάμε!
ΥΓ: “you can’t start a fire without a spark”
